Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο γκρεμιστής κι ο κτίστης

Περπατώντας σε κάποιο δρόμο της Αθήνας το βλέμμα μου κόλλησε σε ένα, από τα άπειρα συνθήματα που "κοσμούν" ή "ρυπαίνουν" κάθε επιφάνεια δεκτική γραφής ή ζωγραφικής.
Ομολογώ ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων τα "μηνύματα" αυτά έχουν, για μένα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι με λίγες συνήθως λέξεις εκφράζουν συναισθήματα, ανησυχίες, επιδιώξεις, απόψεις, ελπίδα ή απελπισία, χαρά ή λύπη και γενικά μία αυθόρμητη ή μελετημένη ανθρώπινη άποψη.




 Ευτυχώς είχα μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή και φωτογράφησα το σύνθημα που βλέπετε δεξιά.
Όπως προκύπτει από το γραφικό χαρακτήρα, οι συγ-γραφείς ήταν δύο. Ο πρώτος (κατά "εμβληματική" δήλωση αναρχικός), έγραψε το επάνω κομμάτι, το οποίο  συμπλήρωσε ο δεύτερος, παραθέτοντας κάποιους στίχους του Κωστή Παλαμά, τους οποίους είχε δει γραμμένους "σε τοίχο στα Εξάρχεια".
Αυτός ο συνδυασμός της Πόλης Φυλακής και των στίχων του Παλαμά απετέλεσε το ερέθισμα γι' αυτή την ανάρτηση.


Διαβάστε ολόκληρο το ποίημα του Κωστή Παλαμά:




Ο γκρεμιστής
Δειλοί και κρυφοί στίχοι 1928

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,

πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι

την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,

παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω την ασκήμια.

Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει

Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,

και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,

και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
***********************************************


απελάτης= βυζαντινός φρουρός των συνόρων - ζωοκλέφτης.
νοητάκι= μαγικό άλογο με υπερφυσικές ικανότητες
μακρεμένου= ξενιτεμένου
απελατίκι= επιδρομή
πλατωσιές= πλατώματα, πλατύ άνοιγμα, ξέφωτο  
γρικάω= ακούω


Για το ποίημα αυτό έχουν γραφτεί διάφορες αναλύσεις σε πολλές περιπτώσεις εκ διαμέτρου αντίθετες. Επίσης στίχοι από αυτό το ποίημα έχουν χρησιμοποιηθεί από όλο το φάσμα της πολιτικής - κοινωνικής έκφρασης. 
Μία ανάλυση, με την οποία συμφωνώ, είναι αυτή του Αθανάσιου Αλεξανδρή που δανείστηκα από το blog του "αναγράφω":

""Ο Γκρεμιστής είναι ένα ποίημα φλογερό, γενναίο, τολμηρό... ένας ύμνος στην κάθαρση, μια ωδή για αναγέννηση. Ο ποιητής πιθανώς ξαφνιάζει με την ίσως γεμάτη πάθος προσταγή: «Γκρεμίστε! » αλλά αυτή η προσταγή δεν είναι παρά η ανάγκη του ποιητή για δημιουργία.
Ήδη από τον πρώτο στίχο ο ποιητής τονίζει ότι η ιδιότητα του «γκρεμιστή» είναι συνυφασμένη με αυτήν του «κτίστη», το γκρέμισμα είναι η προϋπόθεση της δημιουργίας, αλλά και η πρόθεση για δημιουργία είναι η προϋπόθεση για τον γκρεμιστή.
Για τον ποιητή, το γκρέμισμα δεν είναι μία άλογη απόρροια ενός βίαιου μηδενισμού  (όπως με μια απρόσεχτη ανάγνωση μπορεί να νομίσει κανείς ), αλλά είναι μία ενέργεια που απαιτεί πίστη, «νου και καρδιά και χέρι». Δηλαδή ο ποιητής με την προσταγή: «Γκρεμίστε!», δεν προτρέπει στην άκριτη (και υλική) καταστροφή αλλά στην κατεδάφιση της ασχήμιας και του ψευδους που κυριαρχεί πλέον σχεδόν σε κάθε τι ανθρώπινο, «σε πύργους και σε ναούς». Για τον ποιητή/ κτίστη, θεμέλιο πρέπει να είναι η ίδια η αλήθεια της φύσης, «των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τα αγρίμια», και έτσι δεν προτρέπει σε έναν οπισθοδρομισμό αλλά σε μια ηθική και κοινωνική αναγέννηση, η οποία μπορεί να έρθει μόνο με την κατεδάφιση των πλέον αλλοτριωμένων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων («τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά») και το εκ νέου κτίσιμό τους, αντλώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες που ώθησαν τον άνθρωπο σε κοινωνία.
Ο ποιητής νοιώθει αποστροφή και θυμό αλλά αν και βρίσκεται στα μεσάνυχτα του μίσους πάντα κοιτάζει προς το φως το απόμακρο της μέρας...με αυτόν τον τρόπο ότι γκρεμίζει, το γκρεμίζει με ελπίδα και μόνο έτσι καταφέρνει να γίνεται και ο κτίστης. Με λίγα λόγια μόνο με ελπίδα, ελευθερία από κάθε κηδεμονία («Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε...») και στόχους για κάτι καλύτερο και πιο αληθινό μπορεί να γκρεμιστεί η ασχήμια και το ψεύδος, αλλιώς - αν και δεν το λέει ο Παλαμάς -  το «γκρέμισμα» γίνεται μάλλον αυτοκαταστροφικό....""

Η επικαιρότητα των στίχων του Παλαμά ως προς την κατάσταση που βιώνουμε ως κράτος και κυρίως ως πολίτες, νομίζω ότι έγκειται στην ανάγκη μιας νέας αρχής. Όχι όμως "γκρεμίζοντας" συν-θέμελα, αλλά μέχρι τα θεμέλια. Οτιδήποτε σαθρό, σκουριασμένο, μουχλιασμένο, άχρηστο, κακοφορμισμένο πρέπει να γκρεμιστεί και στα θεμέλια της ιστορίας μας, της παράδοσής μας, του πολιτισμού μας και χρησιμοποιώντας τις καλές ιδιότητες της φυλής μας να κτίσουμε το καινούριο.






Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Οι βεργούλες και ο ... Νίκος



Συνέλαβαν τον αδελφό του Νίκου Κοεμτζή

Ο 66χρονος Δημοσθένης, ο αδελφός του Νίκου Κοεμτζή που είχε σηκωθεί να χορέψει παραγγελιά τραγούδι με τη γνωστή στο πανελλήνιο συνέχεια βρίσκεται στα χέρια των αστυνομικών για ναρκωτικά.Η σύλληψη έγινε στο Αιγίνιο Πιερίας. Οι αστυνομικοί είχαν πληροφορίες και έστησαν ενέδρα στον Δημοσθένη Κοεμτζή.
Στον έλεγχο που ακολούθησε σύμφωνα με πληροφορίες εκείνος υπέδειξε ένα σακουλάκι με χασίς που είχε στην τσέπη του, ωστόσο στο σπίτι του οι αστυνομικοί εντόπισαν 20 τσάντες με χασίς βάρους 3,5 κιλών, 50 αποξηραμένα δενδρύλια αλλά και ακόμη 36 δενδρύλλια στον κήπο του.
(Από το NewsIT - 14/11/2012) 


Η είδηση αυτή ήταν το ερέθισμα γι΄αυτή την ανάρτηση. Συμπτωματικά εχθές άκουσα και το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου "Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο", που αφορά στο περιστατικό.


'Οσοι έχουμε μια κάποια ηλικία θυμόμαστε το γεγονός που την εποχή εκείνη είχε συνταράξει το πανελλήνιο.



Το Φεβρουάριο 1973 ο Νίκος Κοεμτζής, ο αδελφός του Δημοσθένης (Δήμος) διασκέδαζαν στο νυκτερινό κέντρο "ΝΕΡΑΪΔΑ", όπου τραγουδούσαν, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Καρουσάκης και ο Τάκης Αθανασιάδης. Στην παρέα υπήρχε ήδη ένταση λόγω κάποιου καυγά μεταξύ του Νίκου και μιας από τις γυναίκες που συνόδευαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διώξει ο Νίκος τις γυναίκες και να μείνουν μόνο οι τρεις άντρες. Κάποια στιγμή ο Δημοσθένης κάνει "παραγγελιά" για να χορέψει. Κατά μία εκδοχή το τραγούδι ήταν "Οι βεργούλες" του Μάρκου Βαμβακάρη ενώ κατ' άλλη εκδοχή ήταν το τραγούδι "Τη ζούλα μου ανακάλυψαν" του Παναγιώτη Σκουρλέτη.


Όταν σηκώθηκε να χορέψει το ζεϊμπέκικο ο Δημοσθένης Κοεμτζής, η πίστα δεν είχε αδειάσει, σύμφωνα και με τον άγραφο νόμο, που θέλει τον χώρο αυτό αποκλειστικά στην διάθεση αυτού που κάνει την παραγγελιά.'Ομως, σύμφωνα με μαρτυρίες, αυτή η "συνήθεια" δεν μπορούσε να τηρηθεί διότι ήταν απόκριες, το κέντρο γεμάτο από θαμώνες που χόρευαν όλοι μαζί.
Ο  Δημοσθένης επέμεινε να τηρηθεί η "παραγγελιά" και να χορέψει μόνος του.
Αυτό ήταν η αφορμή να δημιουργηθεί παρεξήγηση, να εμπλακούν όσοι χόρευαν με το Δημοσθένη και να τον ρίξουν στην πίστα όπου υπήρχαν σπασμένα ποτήρια και μπουκάλια.
Ο Νίκος βλέποντας το συμβάν ορμάει στην πίστα κραυγάζοντας "παραγγελιά ρε.." και με ένα μαχαίρι, που είχε, αρχίζει να κτυπά αδιακρίτως.


Ο τραγικός απολογισμός ήταν τρεις νεκροί, εκ των οποίων δύο αστυνομικοί, και επτά τραυματίες.


Ο Νίκος συλλαμβάνεται και  το Νοέμβριο του 1973 καταδικάζεται τρις σε θάνατο και επτά φορές ισόβια ενώ ο αδελφός του σε τρία χρόνια φυλάκιση.   
Το 1977 η ποινή του Νίκου μετατρέπεται σε ισόβια και το Μάρτιο 1996 αποφυλακίστηκε υπό όρους αφού είχε εκτίσει 23 χρόνια ποινής.



                                                                                       
Ο Νίκος Κοεμτζής, έκτοτε ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του "Το μακρύ ζεϊμπέκικο", υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα, στο κέντρο της Αθήνας και στο Μοναστηράκι, αφού ο Δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητή.

Πέθανε το Σεπτέμβριο 2011, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο πεζοδρόμιο που πωλούσε το βιβλίο του.



Για το Νίκο Κοεμτζή και το "μακελειό" έχουν γραφτεί και λεχθεί πάρα πολλά από το 1973 μέχρι σήμερα. Δημοσιεύματα, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, συνεντεύξεις, αφιερώματα, αναρτήσεις σε ιστότοπους και σχόλια.


Οι πληροφορίες για τα ακριβή γεγονότα, σε πολλές περιπτώσεις, διίστανται. Ενώ οι "αναλύσεις" για την προσωπικότητα του Νίκου Κοεμτζή, καταλαμβάνουν όλο το φάσμα των ψυχολογικών, εγκληματολογικών, πολιτικών, ανθρωπολογικών, κοινωνικών ακόμη και οικονομικών θεωριών.
Αρκεί να πληκτρολογήσουμε στο google το όνομα Νίκος Κοεμτζής και θα προκύψουν 25 σελίδες με 140.000 αποτελέσματα....










Ο Διονύσης Σαββόπουλος, όταν διάβασε το βιβλίο του Κοεμτζή έγραψε το γνωστό τραγούδι "Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο".


Το συμβάν έγινε και κινηματογραφική ταινία με τον τίτλο "Παραγγελιά" που σκηνοθέτησε ο Παύλος Τάσιος με τους Αντώνη Αντωνίου, Αντώνη Καφετζόπουλο ενώ η Κατερίνα Γώγου απαγγέλει ποιήματα.







Βεργούλες
(Μάρκος Βαμβακάρης)

Τα δυο σου χέρια πήρανε
βεργούλες και με δείρανε
Με κάψαν τα φρυδάκια σου
και τα γλυκά ματάκια σου
'Ελα μαζί μικρούλα μου
να γειάνεις την καρδούλα μου
Παλάτια θα σου χτίσω εγώ
να σ' έχω μέσα Μαριγώ

(Στη δεύτερη εκτέλεση )

Τα δυο σου χέρια πήρανε
βεργούλες και με δείρανε
και τη χαρά μου πήρανε
Τα χέρια σου με κάψανε
που άλλον αγκαλιάσανε
και δε με λογαριάσανε
Μ' αυτά τα χέρια σου τα δυο
σκάψε τη γης βαθιά να μπω
να μη σε βλέπω και πονώ


                                   

Τη ζούλα μου ανακάλυψαν

Τη ζούλα μου ανακάλυψαν
και δεν θα μαστουριάσω
τον αίτιο το σουπιατζή
και το καρφί
θα τον εσουγιαδιάσω
Δυο και δυο κι άλλα δυο
και δυο κι οχτώ, δεκάξι
πρέπει να τη σακκουλευτείς
μάγκα δεν είσαι εντάξει


Μου κλέψανε τον αργιλέ
και το χρυσό καλάμι
και δέκα δράμια μπρουσαλιό
απ' το καλό
και μ' άφησαν χαρμάνη
Δυο και δυο κι άλλα δυο
και δυο κι οχτώ, δεκάξι
πρέπει να την τσουβαλιαστείς
καρφί δεν είσαι εντάξει
Καλύτερα να πούλαγα
κάστανα σε φουφούδες
παρά που πήγα κι έμπλεξα
ο μπαγλαμάς
μ' αυτές τις χασικλούδες
Δυο και δυο κι άλλα δυο
και δυο κι οχτώ, δεκάξι
πρέπει να τη σακουλευτείς
μάγκα δεν είσαι εντάξει



Για περισσότερα στοιχεία για το θέμα μπορείτε να ανατρέξετε στο:
http://pare-dose.net/?p=3483  

Οι στίχοι των τραγουδιών είναι από από το "stixoi.info"
Τα video από το youtube.com

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΘΑ ΔΕΙΣ



Για τους φτωχούς ανθρώπους

Αυτός είναι ο τίτλος μιας από τις ιστορίες, που περιέχονται στο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου 
"Κάτι θα γίνει, θα δεις" εκδόσεων "ΠΟΛΙΣ".
Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο το βιβλίο περιέχει:

Δεκάξι  ιστορίες   από τα Καμίνια, τη  Νίκαια, τη  Δραπετσώνα.
Από το   ντόκο των Κρητικών, από το ουζερί "Υπάρχω", από το
φουγάρο  της  ΔΕΗ  στο  Κερατσίνι. Ιστορίες για τράπεζες  που  
παίρνουν  σπίτια, για  σπίτια  που παίρνουν  φωτιά, για  όνειρα
που γίνονται στάχτη. Για το σκοτάδι που ζει στη διπλανή πόρτα.
Κάτι θα γίνει  όμως, θα δεις. Γιατί εκεί όπου μεγαλώνει ο φόβος
μεγαλώνει κι εκείνο που σώζει από το φόβο.  

Η ιστορία αυτή απετέλεσε το "ερέθισμα" γι' αυτήν την ανάρτηση.
Δεν χρειάζεται, νομίζω, κανένας πρόλογος, καμία επεξήγηση, κανένας σχολιασμός, καμία κρίση, καμία επισήμανση και καμία υποσημείωση. 
Απλά θα αντιγράψω αποσπάσματα από τη συγκεκριμένη ιστορία και πιστεύω ότι θα μπορέσετε να αντιληφθείτε με το νου και την καρδιά όσα ο συγγραφέας θέλει να πει.

..................... Να σε διώχνουν απ' τη δουλειά είναι κάτι σαν κάταγμα.
    Τ' απόγευμα που μας έδιωξαν απ΄τη δουλειά κατέβηκα στο λιμάνι. Με τα πόδια απ΄ τον Κορυδαλλό σαν κυνηγημένος Χαλκηδόνα Μανιάτικα Θερμοπυλών κι ύστερα καρφί στον Άγιο Διονύση στην αποβάθρα των κρητικών. Σαν κυνηγημένος πήγαινα γιατί ήταν η μέρα δεν ξέρω τρομαχτική Ιούλιος μήνας απομεσήμερο μαύριζε ο τόπος απ΄τη ζέστη. .........
Προχώραγα μπροστά με δυσκολία σαν κάτι να 'χε σπάσει μέσα μου κι είχε σκαλώσει μέσα μου εκείνη η κουβέντα του Άρη εκείνο που ΄χε πει ο Άρης την ώρα που άδειαζε το ντουλάπι του και δίπλωνε τη φόρμα του και τα γάντια του και τη χοντρή τη χακί ζώνη κι όλα τα παλιόρουχα που φορούσε τα δίπλωσε όλα αργά και προσεχτικά σαν να μην ήταν ρούχα της δουλειάς βρώμικα τρύπια μουτζουρωμένα αλλά τα ρούχα κάποιου που πέθανε ξαφνικά και τ΄άφησε όλα πίσω του και κάποιος ζωντανός έπρεπε να τα μαζέψει κάποιος πρέπει πάντα να μαζεύει τα πράγματα των πεθαμένων γιατί τα πράγματα που αφήνουν πίσω τους οι πεθαμένοι είναι ο τελευταίος κάβος και κάποιος ζωντανός πρέπει πάντα να τον λύνει αυτόν τον τελευταίο κάβο γιατί κανείς άνθρωπος δεν είναι νησί σωστά όλοι καράβια είμαστε. 
Εκείνη η κουβέντα του Άρη.
Να σε διώχνουν απ΄τη δουλειά είναι σαν κάταγμα.




   Είχα ένα μέρος εκεί στο λιμάνι. Ένα μέρος δικό μου, σα δεύτερο σπίτι, ένα παγκάκι ξύλινο ξεστελιωμένο δίπλα από κει που άραζαν οι νταλίκες για την Κρήτη. Εκεί άραζα κι εγώ τ΄απογεύματα, χειμώνα καλοκαίρι, με τις ώρες, και κοίταζα τα καράβια που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι και τους ανθρώπους και τ' αυτοκίνητα και τις νταλίκες που μπαινόβγαιναν στα καράβια.





 Άμα είχα τίποτα να πιώ  έπινα και τραγουδούσα, πάντα το ίδιο τραγούδι, πάντα το Sittin' on the dock of the bay - ό,τι πρέπει ο Otis,   ό,τι πρέπει για όποιον περνάει τις νύχτες στο λιμάνι, στην αποβάθρα, εκεί που η θάλασσα γίνεται ένα με τη στεριά, εκεί που τα πράγματα είναι μαζί και χώρια, και οι άνθρωποι μια σμίγουν και μια χωρίζουν, όπως η άμμος με τα κύματα, πότε ατάραχοι και μ΄αδιαφορία πότε με φοβερή βουή και πάθος.
.........................

    Και το ντύσιμό της, ούτε αυτό ήταν νορμάλ. Ιούλιος μήνας κι αυτή φορούσε παλτό, μαύρο παντελόνι, μπότες. Στάθηκα παράμερα και την κοίταξα, την έφαγα με τα μάτια. Τυλιγμένη μεσ' το παλτό, τα χέρια στις τσέπες, καθόταν σταυροπόδι κι αγνάντευε με μάτια μισόκλειστα τη θάλασσα....
.........................


   Να σε διώχνουν απ' τη δουλειά είναι κάτι σαν κάταγμα. Στην αρχή δεν νιώθεις τίποτα, είπε ο Άρης, είναι το σπάσιμο ακόμα ζεστό και δεν πονάει. Ο πόνος και ο φόβος έρχονται αργότερα όταν κρυώσει το τραύμα. Όταν θυμηθείς το νοίκι τους λογαριασμούς και τις αγγελίες στις εφημερίδες. Τα πρωινά τηλέφωνα, τις σκληρές φωνές.... Ο Άρης που μας πέταξαν μαζί στο δρόμο σαν αποτσίγαρα χωρίς πώς και γιατί, μ΄ ένα τηλεφώνημα. Ο Άρης μου είπε πως δεν ήξερε τι θα ΄κανε απόψε - μπορεί να κρεμαστώ με τη ζώνη, μου είπε, ή να κατέβω στο Φάληρο να φουντάρω. Θα δούμε. Δεν το ΄χω αποφασίσει ακόμα. Αναλόγως τη διάθεση. Άμα είχα κάνα κουμπούρι όμως θα ΄ταν πιο εύκολα τα πράγματα. Μπαμ και κάτω. Σίγουρα. Το ΄χε πάρει κατάκαρδα ο φουκαράς παρότι το ξέραμε κι οι δυο το ξέραμε από καιρό πως ερχόταν η σειρά μας. Θέμα χρόνου που λένε.......

-..........................

   Όταν έλυσε κάβους το καράβι, όταν άδειασε η αποβάθρα απ΄τους γλαρόμπατσους από τ΄αμάξια και τους ταξιδιώτες, όταν τα κύματα έπαψαν να κτυπούν τα χοντρά λάστιχα στο πλάι της αποβάθρας, η κυρία με το παλτουδάκι σηκώθηκε από το παγκάκι μου και πήγε στην άκρη της αποβάθρας και κάθισε σε μία μπίντα. Κάθισε με τα χέρια στις τσέπες και κοίταξε το καράβι που χανότανε στα δεξιά μας. Άσπρη στο πρόσωπο, δεν την είχε  πιάσει καθόλου ο ήλιος.  Κάθισε εκεί μέχρι που χάθηκαν το καράβι και ο καπνός από το φουγάρο του καραβιού και οι μακριές αφρισμένες ρυτίδες που αφήνουν πίσω τους τα καράβια όταν φεύγουν. Ύστερα γονάτισε μπροστά στην μπίντα κι έβγαλε από τις τσέπες της δύο σπρέι και τα κούνησε με δύναμη κι άρχισε να βάφει το μαύρο σίδερο της μπίντας......
........................... 

Περίμενα. Περίμενα να περάσει λίγη ώρα να μην καρφωθώ. Κι ύστερα σηκώθηκα και περπάτησα προς τη μεριά της μπίντας με το πάσο μου, αδιάφορα δήθεν, κοιτώντας τη θάλασσα με τα χέρια αντήλιο, δήθεν πως περίμενα το καράβι που θα με πήγαινε εκεί που θα ήθελα ή το καράβι που θα 'φερνε κοντά μου κάποιον που ήθελα. Είπα πως θα ΄χε φτιάξει κάτι σπουδαίο πάνω στην μπίντα μα το μόνο που είδα φτάνοντας κοντά ήταν κάτι σαν παιδική ζωγραφιά. Ένα γελαστό κίτρινο πρόσωπο με μαύρα μάτια και πολύ κόκκινα χείλια. Δεν ήταν κανένα έργο τέχνης που λένε αλλά εγώ έμεινα να το κοιτάω - κι απορούσα. Τι ήταν αυτό, τι σήμαινε; Τι σήμαινε να ζωγραφίζεις ένα κίτρινο ανθρωπάκι - ούτε άντρας ήταν ούτε γυναίκα - με πελώριο κόκκινο χαμόγελο πάνω σε μια μπίντα. .....

.............................

   Νύχτωνε. Ένα καράβι μπήκε στο λιμάνι κι έκανε τη μανούβρα και ήρθε κι έδεσε με την πρύμνη στην αποβάθρα. Ήταν άδειο, ούτε άνθρωποι ούτε αυτοκίνητα. Όταν έπεσε ο καταπέλτης βγήκε από μέσα ένας ναύτης κι έπιασε τον κάβο και τον τράβηξε κοντά στη ζωγραφισμένη μπίντα. Κοκάλωσε για μια στιγμή, έσκυψε, κοίταξε το γελαστό κίτρινο πρόσωπο πάνω στην μπίντα, γέλασε, κούνησε το κεφάλι και μετά γέλασε ξανά και κοίταξε γύρω αλλά δεν είδε τίποτα και μετά πέρασε τον κάβο στην μπίντα και πήγε στη δουλειά του. ....

..............................


   Φυσούσε δυνατά τώρα. Καυτός αέρας λίβας, κόλλαγε πάνω σου σαν παλιά αμαρτία. Είδα την γυναίκα να σηκώνεται από το παγκάκι και να πηγαίνει κοντά στην μπίντα. Γονάτισε κι έβγαλε τα σπρέι από την τσέπη της -ή μπορεί να έβγαλε μόνο το ένα σπρέι, δεν ξέρω, δεν έβλεπα καθαρά. Κάτι έκανε στην μπίντα και μετά σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητη και κοίταξε για λίγο τη σκοτεινή θάλασσα κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες και τυλίχτηκε στο παλτό της κι έφυγε τρέχοντας σχεδόν με το κεφάλι κάτω. Βγήκε απ΄την πύλη, πέρασε το δρόμο, χάθηκε. 

 Όταν πήγα κοντά στην μπίντα είδα πως είχε αλλάξει κάτι στο ζωγραφισμένο πρόσωπο. Το χαμόγελο. Δεν υπήρχε πια χαμόγελο, το είχε σβήσει. Είχε σβήσει τα κόκκινα γελαστά χείλια και στη θέση τους είχε φτιάξει μια μαύρη γραμμή που στράβωνε προς τα κάτω, μια μαύρη χοντρή γραμμή μια πληγή ένα τραύμα. Είχε σβήσει το χαμόγελο από το γελαστό πρόσωπο και τώρα το γελαστό πρόσωπο ήταν λυπημένο και τρομαγμένο  Στην αρχή δεν κατάλαβα. Γιατί το είχε κάνει; Ήταν μια παρηγοριά αυτό το γελαστό πρόσωπο. Να κάθεσαι τη νύχτα μόνος στο λιμάνι και να κοιτάς ένα γελαστό πρόσωπο πάνω σε μια μπίντα ήταν μια παρηγοριά σίγουρα - γιατί να το χαλάσει; Αλλά μετά, όταν κάθισα στο παγκάκι, κοίταξα ξανά την μπίντα και τότ είδα. Είδα τον κάβο τυλιγμένο στον λαιμό της ζωγραφιάς, είδα τον κάβο να σφίγγει σαν θηλιά τον λαιμό του ψεύτικου ανθρώπου και να τον πνίγει......

.................................

   Νύχτωσε. Πέρα στο βάθος, έξω απ' το λιμάνι, τα φώτα των καραβιών που ήταν αρόδο τρεμοσβήνανε σε μακριές ακανόνιστες γραμμές σαν χάντρες από σπασμένο κολιέ που σκόρπισαν στο σκοτάδι. .......

...................................

   Κι ύστερα σηκώθηκα και πήγα στην άκρη της αποβάθρας μπροστά στην μπίντα και άγγιξα το σίδερο της μπίντας και το λυπημένο πρόσωπο που ήταν ζωγραφισμένο πάνω της. Ήταν άγριο στο άγγιγμα, άγριο και ζεστό. Στάθηκα όρθιος κι έπιασα με τα δύο χέρια το χοντρό νοτισμένο σχοινί. Έπιασα τη θηλιά που έσφιγγε τον λαιμό της ζωγραφιάς. Την έπιασα με τα δυο μου χέρια, την έπιασα γερά με δύναμη και προσπάθησα να τη βγάλω από την μπίντα.
   Πάλευα με το σκοινί και τραγουδούσα το ίδιο τραγούδι Sittin' on the dock of the bay, κάθε νύχτα το ίδιο τραγούδι, και είπα πως εκείνη τη νύχτα, απόψε, μπορεί να κατάφερνα να πιάσω σωστά έστω για μια φορά, για μια και μοναδική φορά, το σφύριγμα του Otis. Δεν ήταν εύκολο αλλά έβαλα τα δυνατά μου. Να λασκάρω τη θηλιά. Να λασκάρω τη θηλιά να βγάλω τον κάβο από την μπίντα να πάρει  μιαν ανάσα κι εκείνος ο άνθρωπος ο ψεύτικος ο ζωγραφισμένος. Άντρας, γυναίκα τι σημασία είχε.
   Πάλεψα να βγάλω τη θηλιά απ' την μπίντα, έβαλα όση δύναμη είχα, είπα πως έπρεπε να τα καταφέρω. Είπα πως έπρεπε να 'ταν κι ο Άρης εδώ απόψε για να δει και να μου πει αν ήταν καλό αυτό, αν ήταν φάρμακο κι αυτό, να βγάζεις κάβους απ' τις μπίντες να λύνεις θηλιές από λαιμούς να λευτερώνεις ψεύτικους ανθρώπους. Να μου πει αν ήταν ένα φάρμακο κι αυτό γι' ανθρώπους σαν εμάς, για τους φτωχούς ανθρώπους.
Η θηλιά ήταν άβολη και το σκοινί γλιστρούσε, μου 'γδερνε τα χέρια τα μάτωνε.
Αλλά δεν το έβαλα κάτω, έβαλα τα δυνατά μου, τράβηξα τον κάβο μ' όση δύναμη είχα.
Σε παρακαλώ είπα. Βοήθα με σε παρακαλώ.
Πάλεψα να βγάλω τη θηλιά. Έβαλα όση δύναμη είχα.
Ήταν Ιούλιος. Ξημέρωνε Σάββατο. Η θάλασσα ανάσαινε με μικρά κοφτά κύματα.





Το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου "Κάτι θα γίνει, θα δεις" 
βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2011.

Σχετικά για το συγγραφέα και το έργο του μπορείτε να διαβάσετε στα:


http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=665850

Τα αποσπάσματα από το βιβλίο αναρτήθηκαν με τη συγκατάθεση του συγγραφέα.
 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Καλημέρα σε όλους,
πιστεύω να μαζευτήκατε στο "κλεινόν άστυ".
Τέλος οι διακοπές!!! 
 Είμαι σίγουρος ότι στη μνήμη σας εξακολουθεί να κυριαρχεί το "απέραντο γαλάζιο", ενώ κατ' ιδίαν χαμηλώνετε το εσώρουχο για να επιβεβαιώσετε τα χρωματικά (ψηστικά;) αποτελέσματα του θεού Ρα.
 

 Πρέπει να έχετε ήδη πλύνει τα άπλυτα μακώ και τις σκεβρωμένες από το αλάτι θαλασσο-πετσέτες. Σίγουρα θα έχετε τινάξει στο μπαλκόνι τις εκδρομικές τσάντες για να απαλλαγείτε από τη χρυσαφένια άμμο και τις πευκοβελόνες.



Τώρα ψάχνετε πού θα βάλετε τα κάτασπρα βότσαλα (σουβενίρ) που "κλέψατε" από την ερημική παραλία.





Το πρόσθετο βάρος σας που δείχνει η (μάλλον χαλασμένη) ζυγαριά δεν είναι τυχαίο. Φαίνεται ότι η κολυμβητική άσκηση δεν μπόρεσε να "κάψει"

τα κοψίδια, τις αστακομακαρονάδες, 
τις διακριτικές βούτες στη χωριάτικη σαλάτα, τις παγωμένες μπύρες, τα τρίμπαλα παγωτά και τα (δήθεν) τοπικά, παραδοσιακά γλυκά (μπακλαβάδες, αμυγδαλωτά κλπ).

Το ξέρω ότι "από Δευτέρα" αρχίζετε τη δίαιτα που σας συνέστησε η ξανθιά, που συναντήσατε στο κομμωτήριο, βάφοντας τις θαμπωμένες από τον ήλιο ανταύγειες.

Προσδεθείτε και προσγειωθείτε.



Καλώς ήλθατε στο "κλεινόν άστυ", στο άστυ με τα μαγαζιά του να κλείνουν και στις εισόδους των να βρίσκουν καταφύγιο "κάποιοι" που τους αρέσει η "στρωματσάδα" κάτω από τον έναστρο ουρανό.



 
Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα της φοροεπιδρομής αλλά και της φοροδιαφυγής. 
Καλώς ήλθατε στη χώρα της ανεργίας, της λαθρομετανάστευσης, του λαθρεμπορίου 
αλλά και του "λάθρα βιώσας".




Καλώς ήλθατε στην θολή ατμόσφαιρα των μνημονίων, των φοροεισπρακτικών λογαριασμών της ΔΕΗ, και των "αναγκαίων για τη σωτηρία της πατρίδος" μειώσεων μισθών και συντάξεων.
Καλώς ήλθατε στην "πόλη του φωτός", στην πόλη που δεν ξέρει τί της ξημερώνει.




Καλώς ήλθατε στην πόλη που η "Χρυσή Αυγή" γίνεται τρίτο κόμμα και το ΠΑΣΟΚ ψάχνει να βρει "τις πταίει" ή τί έφταιξε.





... αλλά ... πάντα υπάρχει φως κι ελπίδα

γιατί αυτός ο τόπος είναι ευλογημένος, αυτοί οι αλλοπρόσαλλοι Έλληνες, πάντα καταφέρνουν να ... επιβιώνουν.
Δεν είναι δυνατόν να ξεθωριάσει αυτός ο τεράστιος όγκος της ιστορίας που γέννησε, έθρεψε, γιγάντωσε, διάδωσε ατέλειωτη γνώση και άφθαρτο πολιτισμό.
Ακόμη και σήμερα αποκαλύπτονται δημιουργήματα αυτών των "αντιφατικών" προσωπικοτήτων που έζησαν και ζουν σ' αυτόν τον τόπο.


... η απόδειξη
Όσοι δεν το έχετε κάνει, πηγαίνετε στο Αρχαιολογικό Μουσείο να δείτε τα ευρήματα του ναυαγίου των Αντικυθήρων και "σταθείτε" στον ομώνυμο Μηχανισμό. 
Είμαι σίγουρος ότι θα "πνιγείτε" από πολυποίκιλα συναισθήματα 
υπερηφάνεια, δέος, θαυμασμός, φιλοπατρία για το "τότε" 
παράπονο, αγανάκτηση, θλίψη [κατάθλιψη], απορία, θυμός για το "τώρα"

Επισκεφτείτε τις πιο κάτω ιστοσελίδες για να ενημερωθείτε και να προγραμματίσετε 
"το ταξίδι ΑΝΑ-ψυχής"
 στην Πατησίων.
Καλό Φθινόπωρο

............................................................. και πολλά άλλα .

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Σίγουρα μαζί τα φάγαμε;








Η κατά λέξη απάντηση του Αντιπροέδρου Θεόδωρου Πάγκαλου στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. (21.9.2010):

«Η απάντηση εις την κατακραυγή που υπάρχει εναντίον του πολιτικού προσωπικού της χώρας, πώς τα φάγαμε τα λεφτά, που μας ρωτάει ο κόσμος, είναι αυτή. Σας διορίσαμε. Τα φάγαμε όλοι μαζί μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς, εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής.»

Η δήλωση αυτή του κ. Πάγκαλου, όπως και άλλες που έχει κάνει κατά το παρελθόν, προκάλεσε την αντίδραση των πολιτών αλλά και πολλών πολιτικών. Άλλοι συμφώνησαν και άλλοι διαφώνησαν.

Από το 1981 και σε όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ συμμετείχε στο Υπουργικό Συμβούλιο, υπηρετώντας σε σημαντικά Υπουργεία.
 Όταν έβλεπε τις πελατειακές δοσοληψίες, τη διαφθορά, την εξαγορά των πολιτών, προφανώς από τους συναδέλφους του Υπουργούς, πώς αντέδρασε; Πόσες καταγγελίες έκανε; Πόσες φορές παραιτήθηκε; Πόσες παρεμβάσεις έκανε στα αρμόδια όργανα;
Επίσης εφόσον, όπως δήλωσε, «τα φάγαμε στα πλαίσια του εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής» πώς δεχόταν να είναι θύτης και θύμα αυτού του εξευτελισμού; Πώς δεχόταν να ορκίζεται να υπηρετεί αυτήν την «πολιτική»;

Εξάλλου, μπορεί κάποιοι να προσλήφθηκαν από τους συναδέλφους του (ίσως και από τον ίδιο), με μη σύννομες διαδικασίες, αλλά αυτοί προσέφεραν τον κόπο τους, τη δουλειά τους. Κι όπως προβλέπει και το Σύνταγμα στο άρθρο 22 & 1
"H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού."

Όμως οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τα «έργα και τις ημέρες» ενός ιστορικού, ιδρυτικού και πρωτοκλασάτου στελέχους του ΠΑΣΟΚ, του κ. Τσοχατζόπουλου, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την προαναφερόμενη δηλωμένη διαπίστωση του κ. Πάγκαλου, κι αυτού βασικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ.

Ο κ. Πάγκαλος υπήρξε «ομοτράπεζος» με τον κ. Τσοχατζόπουλο σε όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Πώς δεν μπόρεσε να διαπιστώσει το χορό των εκατομμυρίων για μίζες που ταξίδευαν ανά την υφήλιο, μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο υπεράκτιων εταιριών για να καταλήξουν και να «ακίνητο-ποιηθούν» υπέρ του παλαιού συντρόφου του; (τουλάχιστον κατά το κατηγορητήριο).
Κι εφόσον βεβαίως αποδειχτούν οι κατηγορίες, αυτό το παιχνίδι με τις FEROSTAL, DOLMARTON, ΜΙΕ, TORCASO κλπ πώς μπορεί να συγκριθεί με τη «μη σύννομη» πρόσληψη του οδοκαθαριστή ενός Δήμου; (σημειωτέον ότι ο τελευταίος δουλεύει για να μας καθαρίζει ενώ ο «ομοτράπεζος» δεν δούλευε, έπαιρνε τα «bonus» και βρώμιζε την υπόληψη του κράτους και των πολιτών του.

Αλλά ο «διαπιστωτικός» κ. Πάγκαλος, συμμετείχε και σε όλες σχεδόν τις συνθέσεις του ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας), το οποίο είναι το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων που, μεταξύ άλλων, αποφασίζει για τα μείζονα προγράμματα εκσυγχρονισμού, έρευνας, προμήθειας και παραγωγής αμυντικών μέσων και υλικού.

Θα πρέπει να ήταν πολύ απασχολημένος με το να παρατηρεί το φαγοπότι πολιτών – πολιτικών «μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς» και δεν μπορούσε να «μυρίσει» τα «λουκούλλεια γεύματα», που προσφερόντουσαν και με τη δική του υπογραφή, εκτός και αν διαφώνησε για τις αμυντικές προμήθειες, όχι επειδή «γέρνανε», αλλά επειδή οι μίζες τους συνέβαλαν στο «μπατάρισμα» του ελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι κ. Τσοχατζόπουλος το «μαζί τα φάγαμε» το ωραιοποιεί με την ατάκα «..ήταν αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ…»

Ακόμη και το ρουσφέτι για την επισκευή της λακκούβας, ή την εισαγωγή στο νοσοκομείο ή για την επιτάχυνση της έκδοσης της σύνταξης, είναι, τουλάχιστον για μένα, νανο-πταίσματα μπροστά στις δηλωμένες λοβιτούρες των κ.κ. Τσουκάτου, Μαντέλη κ.ά. Φοβάμαι ότι τα πρώτα είναι υποχρεώσεις του κράτους στον πολίτη, ενώ τα δεύτερα είναι κλοπή του κράτους και βέβαια του πολίτη.


Σίγουρα ο κ. Πάγκαλος είναι γνώστης όλων αυτών, αφού γινόντουσαν ή από του «φαγωμένους» πολίτες ή από τα μέλη της πολιτικής «οικογένειάς» του.
Τι παρεμβάσεις έκανε για να ενημερωθεί ο «ρουσφετο – πολίτης» πού πήγε το εκατομμύριο, δώρο της SIEMENS, που μετέφερε ο κ. Τσουκάτος;

Μήπως ο κ. Πάγκαλος, του οποίου το έργο σίγουρα έχει και θετικά στοιχεία, θα πρέπει να αναλογιστεί και να αναδείξει τις δικές του ευθύνες αντί να διαχέει αυτές σε θολά, ανώνυμα σύνολα; 
Μιας και δεν θα πολιτευτεί θα έχει το χρόνο να «καθαρογράψει» την πολιτική αυτοβιογραφία του.
Ίσως και να αναλογιστεί πώς τόσο χρόνια μπορούσε να υπηρετεί ένα λαό που μεγάλο τμήμα του αποτελείται από κομμουνιστές, φασίστες και μαλάκες.
 

Οι φωτογραφίες και τα video είναι από τα: prezatv.blogspot.com, aridaianews.blogspot.com, stavrohoros.pblogs.gr, zougla.gr