Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο γκρεμιστής κι ο κτίστης

Περπατώντας σε κάποιο δρόμο της Αθήνας το βλέμμα μου κόλλησε σε ένα, από τα άπειρα συνθήματα που "κοσμούν" ή "ρυπαίνουν" κάθε επιφάνεια δεκτική γραφής ή ζωγραφικής.
Ομολογώ ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων τα "μηνύματα" αυτά έχουν, για μένα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι με λίγες συνήθως λέξεις εκφράζουν συναισθήματα, ανησυχίες, επιδιώξεις, απόψεις, ελπίδα ή απελπισία, χαρά ή λύπη και γενικά μία αυθόρμητη ή μελετημένη ανθρώπινη άποψη.




 Ευτυχώς είχα μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή και φωτογράφησα το σύνθημα που βλέπετε δεξιά.
Όπως προκύπτει από το γραφικό χαρακτήρα, οι συγ-γραφείς ήταν δύο. Ο πρώτος (κατά "εμβληματική" δήλωση αναρχικός), έγραψε το επάνω κομμάτι, το οποίο  συμπλήρωσε ο δεύτερος, παραθέτοντας κάποιους στίχους του Κωστή Παλαμά, τους οποίους είχε δει γραμμένους "σε τοίχο στα Εξάρχεια".
Αυτός ο συνδυασμός της Πόλης Φυλακής και των στίχων του Παλαμά απετέλεσε το ερέθισμα γι' αυτή την ανάρτηση.


Διαβάστε ολόκληρο το ποίημα του Κωστή Παλαμά:




Ο γκρεμιστής
Δειλοί και κρυφοί στίχοι 1928

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,

πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι

την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,

παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω την ασκήμια.

Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει

Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,

και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,

και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
***********************************************


απελάτης= βυζαντινός φρουρός των συνόρων - ζωοκλέφτης.
νοητάκι= μαγικό άλογο με υπερφυσικές ικανότητες
μακρεμένου= ξενιτεμένου
απελατίκι= επιδρομή
πλατωσιές= πλατώματα, πλατύ άνοιγμα, ξέφωτο  
γρικάω= ακούω


Για το ποίημα αυτό έχουν γραφτεί διάφορες αναλύσεις σε πολλές περιπτώσεις εκ διαμέτρου αντίθετες. Επίσης στίχοι από αυτό το ποίημα έχουν χρησιμοποιηθεί από όλο το φάσμα της πολιτικής - κοινωνικής έκφρασης. 
Μία ανάλυση, με την οποία συμφωνώ, είναι αυτή του Αθανάσιου Αλεξανδρή που δανείστηκα από το blog του "αναγράφω":

""Ο Γκρεμιστής είναι ένα ποίημα φλογερό, γενναίο, τολμηρό... ένας ύμνος στην κάθαρση, μια ωδή για αναγέννηση. Ο ποιητής πιθανώς ξαφνιάζει με την ίσως γεμάτη πάθος προσταγή: «Γκρεμίστε! » αλλά αυτή η προσταγή δεν είναι παρά η ανάγκη του ποιητή για δημιουργία.
Ήδη από τον πρώτο στίχο ο ποιητής τονίζει ότι η ιδιότητα του «γκρεμιστή» είναι συνυφασμένη με αυτήν του «κτίστη», το γκρέμισμα είναι η προϋπόθεση της δημιουργίας, αλλά και η πρόθεση για δημιουργία είναι η προϋπόθεση για τον γκρεμιστή.
Για τον ποιητή, το γκρέμισμα δεν είναι μία άλογη απόρροια ενός βίαιου μηδενισμού  (όπως με μια απρόσεχτη ανάγνωση μπορεί να νομίσει κανείς ), αλλά είναι μία ενέργεια που απαιτεί πίστη, «νου και καρδιά και χέρι». Δηλαδή ο ποιητής με την προσταγή: «Γκρεμίστε!», δεν προτρέπει στην άκριτη (και υλική) καταστροφή αλλά στην κατεδάφιση της ασχήμιας και του ψευδους που κυριαρχεί πλέον σχεδόν σε κάθε τι ανθρώπινο, «σε πύργους και σε ναούς». Για τον ποιητή/ κτίστη, θεμέλιο πρέπει να είναι η ίδια η αλήθεια της φύσης, «των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τα αγρίμια», και έτσι δεν προτρέπει σε έναν οπισθοδρομισμό αλλά σε μια ηθική και κοινωνική αναγέννηση, η οποία μπορεί να έρθει μόνο με την κατεδάφιση των πλέον αλλοτριωμένων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων («τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά») και το εκ νέου κτίσιμό τους, αντλώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες που ώθησαν τον άνθρωπο σε κοινωνία.
Ο ποιητής νοιώθει αποστροφή και θυμό αλλά αν και βρίσκεται στα μεσάνυχτα του μίσους πάντα κοιτάζει προς το φως το απόμακρο της μέρας...με αυτόν τον τρόπο ότι γκρεμίζει, το γκρεμίζει με ελπίδα και μόνο έτσι καταφέρνει να γίνεται και ο κτίστης. Με λίγα λόγια μόνο με ελπίδα, ελευθερία από κάθε κηδεμονία («Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε...») και στόχους για κάτι καλύτερο και πιο αληθινό μπορεί να γκρεμιστεί η ασχήμια και το ψεύδος, αλλιώς - αν και δεν το λέει ο Παλαμάς -  το «γκρέμισμα» γίνεται μάλλον αυτοκαταστροφικό....""

Η επικαιρότητα των στίχων του Παλαμά ως προς την κατάσταση που βιώνουμε ως κράτος και κυρίως ως πολίτες, νομίζω ότι έγκειται στην ανάγκη μιας νέας αρχής. Όχι όμως "γκρεμίζοντας" συν-θέμελα, αλλά μέχρι τα θεμέλια. Οτιδήποτε σαθρό, σκουριασμένο, μουχλιασμένο, άχρηστο, κακοφορμισμένο πρέπει να γκρεμιστεί και στα θεμέλια της ιστορίας μας, της παράδοσής μας, του πολιτισμού μας και χρησιμοποιώντας τις καλές ιδιότητες της φυλής μας να κτίσουμε το καινούριο.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψε το σχόλιό σου. Θα βοηθήσει εμένα και τους φίλους να "ερεθιστούμε"....